Δεν ήρθαμε για να φωτογραφίσουμε ερείπια.
Ήρθαμε γιατί κάποιος μας είπε πως εδώ υπάρχουν ακόμη σπίτια.
Άργησα να καταλάβω ότι συνέχιζα να χρησιμοποιώ λέξεις που δεν αντιστοιχούσαν πια σε τίποτα.
Πόρτα.
Παράθυρο.
Δωμάτιο.
Το σώμα δεν έδειχνε ξένο.
Ξένο έμοιαζε το σπίτι.
Ίσως κάθε κτίριο να είναι μια προσωρινή συμφωνία ανάμεσα στο έδαφος και στη μνήμη.
Η θάλασσα δεν υπέγραψε ποτέ.
Δεν ξέρω αν κουβαλούσε κάτι.
Ίσως τίποτα.
Ίσως μόνο την ιδέα ότι κάτι μπορεί ακόμη να μεταφερθεί.
Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν οι τόποι εγκαταλείπονται.
Ή αν απλώς σταματούν να μας αναγνωρίζουν.
Υπάρχουν σπίτια που κοιτούν τη θάλασσα. 
Και υπάρχουν σπίτια που η θάλασσα αποφάσισε να κοιτάξει απο κοντά.
Δεν θυμάμαι πότε σκοτείνιασε. 
Θυμάμαι μόνο ότι κάποια στιγμή σταμάτησα να ψάχνω τι είχε συμβεί.
Άρχισα να κοιτάζω ό,τι απέμενε.
Back to Top